ΤΟ ΚΑΛΑΘΙ ΜΟΥ

Η ιστορία του κεριού και η εξέλιξή του

Messinian candles στις 06-11-2022. Τροποποιήθηκε στις 02-12-2025
Η ιστορία του κεριού και η εξέλιξή του

Πριν από τον Edison και για εκατοντάδες χρόνια, το κερί ήταν ένας από τους συντρόφους των ανθρώπων που είχαν αρνηθεί το δεδομένο «μόλις πέσει το σκοτάδι πάμε για ύπνο» και ήθελαν να ζουν, να εργάζονται, να μελετούν και να μετακινούνται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Μεγάλοι του ανταγωνιστές ήταν βέβαια το πανάρχαιο λυχνάρι, ο πυρσός, και μετά τον 19ο αιώνα η λάμπα πετρελαίου και τα φανάρια με το υγραέριο — όλα βασικά στοιχεία της ιστορίας του φωτισμού.

Εδώ και πέντε περίπου χιλιάδες χρόνια χρησιμοποιήθηκε από τον άνθρωπο το κερί χωρίς το φιτίλι. Εικάζεται ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι δημιούργησαν τα πρώτα πρωτόγονα κεριά, χρησιμοποιώντας πυρσούς από καλάμια που τα βούταγαν σε λίπος. Τις κατασκευές όμως αυτές δεν μπορούμε να τις θεωρήσουμε κεριά, διότι δεν είχαν φιτίλι. Στην αρχή της ανθρώπινης ιστορίας και στον αρχαίο κόσμο, η ανάγκη για φωτισμό οδήγησε στη χρήση υλικών όπως καλάμια εμποτισμένα σε λίπος — παραδείγματος χάριν στην Αίγυπτο γύρω στο 3000 π.Χ., όπου βρέθηκαν πρώτα φωτιστικά αντικείμενα που δεν είχαν φιτίκι.

Η κηροπλαστική ήταν γνωστή στους Πέρσες, στους Αιγύπτιους, στους Ετρούσκους και στους Έλληνες. Στην Ελλάδα, οι κηροπλάστες έφτιαχναν στέφανα, ανθρώπινα ομοιώματα και άνθη τα οποία χρησιμοποιούσαν σε θρησκευτικές γιορτές. Οι Ρωμαίοι είναι αυτοί που κατασκεύασαν πρώτοι κεριά με φιτίκι τα οποία θα φώτιζαν τα σπίτια. Όπως και οι Αιγύπτιοι, οι Ρωμαίοι είχαν ως πρώτη ύλη το λίπος από τα πρόβατα, έτσι το κερί έβγαζε πολύ καπνό και μύριζε άσχημα. Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση κεριού με φιτίλι συνδέεται με τους Ρωμαίους, που έκαναν βυθισμό παπύρου ή άλλου υλικού σε τάλ-λίπος ή μελισσοκέρι και τοποθετούσαν φιτίκι στο κέντρο.

Με τον Χριστιανισμό το κερί έγινε πρωταγωνιστής κάθε τελετουργίας και αυτό εδραιώθηκε τον Μεσαίωνα, ενώ εξαπλώθηκε και σε λατρείες που δεν ήταν χριστιανικές. Κατά τον Μεσαίωνα, η χρήση μελισσοκέρου έγινε ευρύτατη — ήταν πιο καθαρό, λιγότερο καπνίζον και με καλύτερη μυρωδιά σε σύγκριση με τα κεριά από λίπος ζώων. Τα κεριά από λίπος ζώων (tallow) ήταν πιο φθηνά αλλά έβγαζαν καπνό και άσχημη μυρωδιά, και θεωρούνταν «φτωχικής» ποιότητας. Η κηροπλαστική τέχνη έγινε επάγγελμα — κηροπλάστες (candlemakers) εμφανίστηκαν σε πόλεις της Δυτικής Ευρώπης.

Ως πρώτη ύλη ξεχώρισε τον Μεσαίωνα το μελισσοκέρι, το οποίο συνέβαλε στην κατάργηση των κεριών από λίπος λόγω καθαρότερης καύσης και ευχάριστης οσμής. Τον 13ο αιώνα εικάζεται ότι των “φτωχών” τα κεριά ήταν από λίπη ενώ των “πλούσιων” ήταν από μελισσοκέρι. Έπειτα δημιουργήθηκαν και τα πρώτα καλούπια στο Παρίσι. Τον 18ο αιώνα, με το κυνήγι της φάλαινας ήρθε και η πρώτη σημαντική αλλαγή στη βιομηχανία κεριών, το σπαρματσέτο — κερί από λάδι κήτους. Το σπαρματσέτο ήταν σκληρότερο, δεν μαλάκωνε και δεν έλιωνε εύκολα το καλοκαίρι, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία των πρώτων τυποποιημένων κεριών. Μέχρι την ανακάλυψη της παραφίνης, το σπαρματσέτο ήταν το πιο διαδεδομένο κερί στον κόσμο.

Κατά τον 19ο αιώνα σημειώθηκε η μεγαλύτερη εξέλιξη στην κατασκευή κεριών. Η χημεία έπαιξε βασικό ρόλο στη βελτίωση της πρώτης ύλης. Ο Μισέλ Σεβρέλ ανακάλυψε το στεατικό οξύ, καταφέρνοντας να το διαχωρίσει από τα υπόλοιπα λιπαρά οξέα. Το 1825 ανακαλύφθηκε το στριφτό φιτίκι και περίπου 25-30 χρόνια αργότερα, μετά το 1850, ανακαλύφθηκε η παραφίνη, παράγωγο του πετρελαίου. Με κατάλληλη διύλιση, η παραφίνη έδινε άσπρο, καθαρό και πολύ οικονομικό κερί σε σχέση με τις προγενέστερες ύλες. Η χρήση στεατικού οξέος έλυσε το πρόβλημα του χαμηλού σημείου τήξεως της παραφίνης, επιτρέποντας την παραγωγή σκληρών, ανθεκτικών κεριών — μια βάση που παραμένει μέχρι σήμερα σε πολλά παραφινικά κεριά και εκκλησιαστικά κεριά.

Το 1834 ο Joseph Morgan πατεντάρει το μηχάνημα χύτευσης κεριών με έμβολο, ικανό να παράγει πάνω από 1.500 κεριά την ώρα, ανοίγοντας την εποχή της μαζικής παραγωγής. Το 1879 ο Thomas Edison, με την εφεύρεση του ηλεκτρικού λαμπτήρα, σηματοδότησε την αρχή του τέλους της κυριαρχίας του κεριού ως κύριας πηγής φωτός.

Η βιομηχανία κεριών πήρε ανάκαμψη στα μέσα του 20ού αιώνα, όταν οι αμερικανικές βιομηχανίες πετρελαίου εξάπλωσαν το αργό πετρέλαιο και τα υποπροϊόντα του — τις πρώτες ύλες της σύγχρονης κηροπλαστικής, την παραφίνη και τη στεατίνη. Στα μέσα του 1850 η παραφίνη έγινε ευρέως διαθέσιμη, αντικαθιστώντας τα παλιά υλικά και προσφέροντας άσπρο, καθαρό κερί με χαμηλό κόστος. Η χρήση στεατικού οξέος αύξησε τη σκληρότητα και την ανθεκτικότητα των κεριών. Η τέχνη της κηροπλαστικής συνεχίζεται και σήμερα με λίγες αλλαγές, κυρίως στις φόρμες και το στυλ, καθώς και με την προσθήκη βαφών και αρωμάτων. Σήμερα η αγορά περιλαμβάνει κεριά παραφίνης, κεριά μελισσοκεριού και φυτικά κεριά όπως σόγια και φοινικέλαιο, για διακόσμηση, ατμόσφαιρα και τελετουργικούς σκοπούς.

Στη σύγχρονη εποχή, τα κεριά κατασκευάζονται σε τεράστια ποικιλία — χρώματα, σχήματα, αρώματα, υλικά — και η χρήση τους έχει μετατοπιστεί από το φωτιστικό αντικείμενο σε διακοσμητικό και συμβολικό στοιχείο της καθημερινής ζωής, είτε πρόκειται για διακοσμητικά κεριά, είτε για εκκλησιαστικά κεριά, είτε για αρωματικά κεριά.   

 

Αξιολογήσεις (0)
BACK TO TOP